Γράμμα 40.

Του Χόρχε Μπουκαϊ.

Με πονάει ο θυμός σου.

Με πονάει η θλίψη σου.

Με πονάει η οργή σου.

Αλλά αυτό που με πονάει περισσότερο

είναι η σιωπή σου…

Που νιώθω πως κρύβεσαι από μένα.

Που στέκεσαι πίσω από τα «δεν ξέρω» σου.

Που, όπως στο τανγκό:

Σε ψάχνω και δεν είσαι πια εδώ.

Χρειάζεσαι δικαιολογία για να με αποχωριστείς;

Μπορώ να ανέβω το πιο ψηλό βουνό με τη βοήθειά σου.

Χωρίς εσένα κουράζομαι ακόμα και να παίζω κρυφτό,

κουράζομαι να πηδώ εμπόδια,

κουράζομαι να καυγαδίζω με τη περηφάνια σου,

κουράζομαι να χτυπάω την πόρτα

που και οι δύο θέλουμε να ανοίξει

και που εσύ κρατάς κλειστή.

Δεν πιστεύω την σύγχυσή σου

αλλά τις αναστολές σου.

Δεν πιστεύω το «χρόνο» σου

αλλά την περηφάνια σου.

Δεν πιστεύω το μίσος σου

αλλά την απογοήτευσή σου.

Δεν πιστεύω τη συμπεριφορά σου

αλλά τα συναισθήματά σου.

Νιώθω σαν τον τυφλό

στο ποίημα του Ραφαέλ ντε Λεόν

«που κουνά το μαντήλι του κλαίγοντας

και δεν καταλαβαίνει πως το τρένο

πάει ώρα που έχει φύγει…».

Έλα! Άνοιξε! Μίλα! Πάλεψε!

Εδώ είμαι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s